Με το καθιερωμένο μνημόσυνο στον Ι.Ν. Αγίου Αντωνίου, όπου εκφώνησε ομιλία ο βουλευτής Ημαθίας Τάσος Σιδηρόπουλος και την επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο μνημείο Γενοκτονίας στην πλατεία Καπετανίδη, ολοκληρώθηκαν οι εκδηλώσεις εις μνήμην της Γενοκτονίας των Ποντίων. Εκ μέρους των Ποντιακών Σωματείων του Νομού Ημαθίας κατέθεσε στεφάνι η Γραμματέας του ΣΠΟΣ της Παμποντιακής Ομοσπονίας Ελλάδος (και Νομαρχιακή Σύμβουλος) κα Δώρα Μπαλτατζίδου, ενώ το αντίστοιχο ποσό από τα Σωματεία κατατέθηκε στην Παμποντιακή Ομοσπονδία για τον αγώνα της διεθνοποίησης της Γενοκτονίας. Στεφάνια κατέθεσαν πολιτικά κόμματα, βουλευτές, οργανώσεις και πολιτιστικοί Σύλλογοι. Την Κυβέρνηση εκπροσώπησε η Υφυπουργός Εσωτερικών κα Τζάκρη, η οποία υπέγραψε και το βιβλίο συλλογής υπογραφών για την ψηφιοποίηση των βιβλίων της Αργυρούπολης του Πόντου. Επίσης παρεβρέθηκαν ο βουλευτής Τάσος Σιδηρόπουλος, ο Νομάρχης Κ. Καραπαναγιωτίδης, η Δήμαρχος Χ. Ουσουλτζόγλου-Γεωργιάδη, ο Στρατηγός του Β΄ΣΣ, ο Διευθυντής της Σχολής Μετεκπαίδευσης Αστυνομικών, εκπρόσωποι των Σωμάτων Ασφαλείας και της Πυροσβεστικής, εκπρόσωποι τοπικής αυτοδιοίκησης και πολιτιστικών Συλλόγων και πολίτες.

Σύντομο χαιρετισμό απεύθυνε η Υφυπουργός Εσωτερικών κα Τζάκρη, ενώ η ομιλία του προέδρου της Ευξείνου Λέσχης Βέροιας κ. Λάζαρου Κουμπουλίδη προκάλεσε έντονη συζήτηση και θετικά σχόλια για την "αιχμηρή" αλλά αποκαλυπτική προσέγγιση του θέματος. Παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο της ομιλίας:
ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ Ή ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ;

Οι διαδοχικές δικτατορίες των Κονδύλη, Πάγκαλου, Μεταξά & Παπαδόπουλου, αλλά και ο εμφύλιος πόλεμος που μεσολάβησε, κράτησαν για πολλά χρόνια το Ελλαδοκεντρικό συντηρητικό κατεστημένο μακριά από την ενασχόληση με το ποντιακό ζήτημα, επιβάλλοντας σιωπή αναφορικά με τη Γενοκτονία των 353.000 Ελλήνων του Πόντου. Καμία αναφορά στα ΜΜΕ, καμία αναφορά στα σχολικά βιβλία για αυτό το θέμα – «ταμπού», στα πλαίσια μιας ενδοτικής πολιτικής που κατ’ ευφημισμό ονομάστηκε «πολιτική καλής γειτονίας» απέναντι στις προκλήσεις της Τουρκίας.

Η Ελληνική Πολιτεία από το έτος 1994, οπότε κήρυξε την 19η Μαίου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, θεώρησε ότι εξάντλησε το χρέος της και συνέχισε ανακουφισμένη την πολιτική της λήθης.

Ξαφνικά, τα τελευταία κυρίως πέντε – έξι χρόνια, η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων έγινε «σημαία» των Ποντιακών Σωματείων και των Ομοσπονδιών σε όλο τον Κόσμο. Όλοι άρχισαν να ομιλούν για τη Γενοκτονία, για την Ιστορική Αλήθεια, για τις χιλιάδες ψυχές που ζητούν δικαίωση. Κυρίαρχο το αίτημα να ζητήσει η Τουρκία «συγνώμη» από την Ελλάδα. Υπό την πίεση αυτή του οργανωμένου ποντιακού χώρου, παρατηρούμε ένα «διαγκωνισμό» δηλώσεων από τους πολιτικούς «για εσωτερική κατανάλωση», τήρηση όμως μίας «ομερτά» απέναντι στην Τουρκία, όπου το ζήτημα βρίσκεται μονίμως εκτός «ατζέντας» συζήτησης και όπου, χωρίς δεύτερη κουβέντα, κάθε επίσημη επίσκεψη Έλληνα Αξιωματούχου περνά υποχρεωτικά από το μαυσωλείο του γενοκτόνου Κεμάλ για απόδοση τιμών, με το πρόσχημα του «πρωτοκόλλου». Η πρόσφατη επίσκεψη βέβαια του Τούρκου πρωθυπουργού Ερντογάν, κατέρριψε αυτήν τη φτηνή δικαιολογία, καθώς ο ίδιος αρνήθηκε να αποδώσει τις προβλεπόμενες τιμές του «πρωτοκόλλου» προς τον άγνωστο στρατιώτη…

Η εστίαση όλων μας στη επίτευξη του στόχου, χωρίς όμως οργανωμένο σχέδιο και ξεκάθαρες θέσεις, άφησαν να αιωρούνται αναπάντητα ερωτήματα: Η αναγνώριση από τη διεθνή κοινότητα μας αρκεί, ή απλώς είναι ένα μέσο πίεσης προς την Τουρκία για να ζητήσει συγνώμη; Και μετά; Θα φιλιώσουμε με τα «γκαρντάσια» τους Τούρκους; Μήπως θα αξιώσουμε αποζημιώσεις; Θα ζητήσουμε την επανάκτηση των χαμένων πατρίδων; Θα θέσουμε θέμα αναγνώρισης ελληνικής μειονότητας από τους εναπομείναντες αδελφούς Ποντίους, τους οποίους αρεσκόμαστε να εμφανίζουμε συλλήβδην ως κρυπτοχριστιανούς;
Όσο τα ερωτήματα αυτά θα παραμένουν «ανοικτά», τόσο θα συντηρείται κλίμα έντασης και το ζήτημα «θα σπρώχνεται κάτω από το χαλί» των πολιτικών διαπραγματεύσεων.

Μάλιστα η ένταση και το πάθος του αγώνα για αναγνώριση της Γενοκτονίας, άφησε «άφωνα» τα κόμματα και τους Ποντιακούς φορείς όταν πέρσι το Μάιο, τέτοιες ημέρες, ο τούρκος ηγέτης Ταγίπ Ερντογάν τόλμησε να δηλώσει ότι «οι εκδιώξεις από το Κεμαλικό Κράτος όσων είχαν διαφορετική εθνική ταυτότητα ήταν αποτέλεσμα φασιστοειδούς αντίληψης», ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων από την πλευρά των Κεμαλιστών, και «μουδιάζοντας» τη μαχητικότητα της Ελληνικής πλευράς που ξαφνικά απέμεινε «χωρίς βαρβάρους»…

Προφανώς, από «κεκτημένη ταχύτητα» δεν έχουν αντιληφθεί πολλοί στην Ελλάδα ότι στη γείτονα χώρα από το 2002, οπότε ανέλαβε την εξουσία ο Ερντογάν, το Κεμαλικό – στρατιωτικό κατεστημένο είναι «στριμωγμένο» και δρομολογείται γοργά η τοποθέτησή του στο …χρονοντούλαπο της Ιστορίας.
Οφείλουμε λοιπόν κι εμείς να ξεκαθαρίσουμε επιτέλους ότι, η καταδίκη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, όπως και κάθε άλλης Γενοκτονίας ανά τον Κόσμο, έχει στόχο την αποτροπή επανάληψης σύγχρονων γενοκτονιών και όχι την εθνική μας ανύψωση από την ταπείνωση των σύγχρονων Τούρκων, που ούτως ή άλλως, δε νιώθουν σήμερα ότι έχουν κάποια σχέση με τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στις ταραγμένες εκείνες εποχές, στις αρχές του περασμένου αιώνα.

Στόχος είναι να καταδικαστεί ο θρησκευτικός φανατισμός που οδήγησε μετά τη Συμφωνία της Λοζάνης σε αναγκαστικές μετακινήσεις και ξερίζωμα πληθυσμών, δημιουργώντας πρόσφυγες και από τις δύο πλευρές, με μοναδικό κριτήριο, όχι την καταγωγή ή τη γλώσσα, αλλά αποκλειστικά το θρήσκευμα. Γι’ αυτό το λόγο ξεριζώθηκαν οι Χριστιανοί Έλληνες, ενώ οι Μουσουλμάνοι Έλληνες παρέμειναν ανέγγιχτοι. Αντιστρόφως Μουσουλμάνοι, που για 400 χρόνια έζησαν και ρίζωσαν στον ελλαδικό χώρο, πολλοί εκ των οποίων ήταν αποκλειστικά Ελληνόφωνοι, αναγκάστηκαν να μεταφερθούν σε μία χώρα παντελώς ξένη σε αυτούς…
Στόχος επίσης είναι να καταδικαστούν οι φασιστικές πολιτικές που αποσκοπούν μέσω «εθνοκάθαρσης» στη δημιουργία «καθαρών» εθνών. Υπό αυτήν την έννοια, «κεμαλιστές» υπάρχουν παντού, ακόμα και ανάμεσά μας…

Στόχος είναι εν τέλει η γνώση της Ιστορικής αλήθειας να προκαλέσει το σεβασμό προς την ανθρώπινη αξία και την εγρήγορση των λαών για να την προασπίσουν από επίδοξους «υπερπατριώτες», που αξιώνουν η δική τους ευημερία να στηρίζεται στην καταστροφή του άλλου.

Οι νέες γενιές, ανεξαρτήτου εθνικότητας και καταγωγής, έχουν ζωτική ανάγκη τη δημιουργία συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης των λαών, με προοπτική συνεργασίας και ανάπτυξης, στα πλαίσια βέβαια σεβασμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κάθε Κράτους, χωρίς «casus beli», χωρίς «γκρίζες ζώνες».
Σήμερα, μετά την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων από το Σουηδικό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων των Η.Π.Α. και άλλων 10 Πολιτειών της, και από το Κοινοβούλιο της Νότιας Αυστραλίας, αλλά και το πρόσφατο «άνοιγμα» της Τουρκίας προς την Ελλάδα για τη σύναψη φιλικών σχέσεων, το έδαφος είναι πρόσφορο για την καλλιέργεια οργανωμένων κινήσεων με τη συμπαράσταση της Πολιτείας, που θα αποφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα της διεθνοποίησης του ζητήματος της Γενοκτονίας των Ποντίων και την αναγνώρισή της ακόμη και από το Τουρκικό Κράτος.

Καιρός είναι επιτέλους, οι γιγαντιαίες επενδύσεις σε εξοπλιστικά προγράμματα και από τις δύο πλευρές, που αυξάνουν τον κίνδυνο πολεμικής σύρραξης και δημιουργούν φτώχεια και στους δύο λαούς, να δώσουν τη θέση τους σε επενδύσεις στην Παιδεία και την οικονομική συνεργασία και ανάπτυξη από κοινού Ελλάδας και Τουρκίας, σε περιβάλλον Δημοκρατίας και Ειρήνης.