ΚΙΝΖΟΝΙΔΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ (ΕΠΙΤΙΜΟ ΜΕΛΟΣ ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ)
Ο Παντελής Κιντζονίδης, πατέρας του γιατρού και ποιητή Λευτέρη Κιντζονίδη, γεννήθηκε στην Κάτω Ταρσώ της Χαλδείας του Πόντου το 1909.

Ήταν το δεκατοτρίτο παιδί του αγρότη Σπύρου Γ. Κιντζονίδη και της Άννας Χριστοφορίδου.

Από το 1916 έως το 1919, η οικογένεια εξορίστηκε στη Νίγδη της Καππαδοκίας. Στις συνθήκες εξορίας δεν άντεξαν και πέθαναν η μάνα του Παντελή Άννα
και τα αδέλφια του, ο Χρήστος, η Δέσποινα, η Ελπίδα και η Χαρίκλεια.

Το 1920, όσοι επέζησαν, ήρθαν στην Ελλάδα. Ο Παντελής μεγάλωσε και έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Ορφανοτροφείο Δράμας. Στη συνέχεια σπούδασε στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών, στην Κέρκυρα.

Αποτάχθηκε από τον στρατό το 1935 γιατί συμμετείχε στο κίνημα του Ελευθέριου Βενιζέλου. Γύρισε στον στρατό το 1945. Με αίτηση του αποτάχθηκε το 1962 με τον βαθμό του συνταγματάρχη.

Το 1935 γνώρισε στη Βέροια και παντρεύτηκε την Αγλαΐα Σιδηροπούλου, που γεννήθηκε στο Βατούμ της Γεωργίας, με τόπο καταγωγής του πατέρα τη Μούζαινα του Πόντου και της μητέρας της τη Σάντα.

Η οικογένεια του Παντελή Κιντζονίδη έμεινε στη Βέροια, όπου, στη συνοικία Τσερμέν, στις 20 Ιουνίου του 1936 γεννήθηκε ο ποιητής Λευτέρης Κιντζονίδης.
Το 1937, ο Παντελής Κιντζονίδης πήρε την οικογένεια του και μετακόμισε στην Ξάνθη, όπου εργάστηκε ως λογιστής στον συνεταιρισμό που ίδρυσε ο Πόντιος πολιτικός Αλέξανδρος Μπαλτατζής.

Το 1940 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στη Θράκη. Το 1941, με την κατάρρευση του μετώπου στην Αλβανία, ο Παντελής Κιντζονίδης πήρε την οικογένεια του και γύρισε στη Βέροια, όπου μεγάλωσε ο Λευτέρης.

Το 1945 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή ανάμεσα στην Ανάληψη και το Ντεπώ και ο Λευτέρης Κιντζονίδης τελειώνει το 1954 το Ε' γυμνάσιο.

Ο Φώτης Τριάρχης γράφει σχετικά με την περιοχή, όπου έζησε ο Λευτέρης Κιντζονίδης:
«Στην περιοχή βρίσκονταν πολλά παληά αρχοντικά και βίλλες πλουσίων, αληθινά αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα του περασμένου αιώνα.

Όπως το αρχοντικό του ντουτμέ Καπαντζή, η οικία Σαρνώ, η βίλλα Μπιάνκα, τα εκπαιδευτήρια Σχοινά, το μέγαρο Σεϋφουλάχ Πασά και τόσα άλλα.

Πάντα τον μαγνητίζουν τα παληά οικήματα και οι βυζαντινές εκκλησίες. Στα μάτια της ψυχής του τα οικήματα τούτα υψώνονταν σαν μεγαλόπρεπα καστέλλια και πύργοι των παραμυθιών.

Ερέθιζαν την φαντασία του και δίναν το έναυσμα για ρομαντικές ονειροπολήσεις και ταξίδια σε καιρούς αλλοτινούς. Αυτές οι ονειροπολήσεις του θα διαφυλαχτούν εντός του μυστικά και θα τις δούμε, έπειτα από χρόνια, να ξετυλίγονται νοσταλγικά μέσα στην αχλύ των στίχων του».

Ο Λευτέρης Κιντζονίδης θυμόταν πάντα τους τρεις ανθρώπους, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του.

Ο πρώτος ήταν ο εκπαιδευτικός Γιώργος Ματζώρος, που τον ώθησε να διαβάσει ελληνική λογοτεχνία. Οι άλλοι δύο ήταν οι θείοι του, αδέλφια της μητέρας του, Παναγιώτης Σιδηρόπουλοςκαι Δημήτρης Σιδηρόπουλος. Και οι δύο είχαν σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, όπως έλεγε ο ίδιος.

«Τα χρόνια της δημιουργίας»
Ο βιογράφος του Φώτης Τριάρχης παρουσιάζει «Τα χρόνια της δημιουργίας» του Λευτέρη Κιντζονίδη, ανατρέχοντας στο 1955:

Από το 1955 ο Λευτέρης Κιντζονίδης εισάγεται, έπειτα από επιτυχείς εξετάσεις, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στο πολύμορφο και δημιουργικό πλαίσιο της φοιτητικής δράσης, αυτό που τόσα χρόνια κρυβόταν εντός του, αρχίζει να εκδηλώνεται με μια ποικίλη καλλιτεχνική δραστηριότητα που τον οδηγεί με σταθερά βήματα στον προορισμό του.

Υπήρξεν επίσης ιδρυτικό στέλεχος και ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος της πολυάριθμης «Ένωσης Ποντίων Φοιτητών» του Πανεπιστημίου θεσσαλονίκης και μέλος του γραφείου ραδιοεκπομπών της Φοιτητικής Ενώσεως του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με πλούσια δράση. Η δημιουργική του αυτή δραστηριότητα συνεχίζεται και μετά την αποφοίτηση του, με το ίδιο πάθος, μέχρι σήμερα (1978).

Γνωρίζεται με τον ποιητή και κριτικό Τάκη Γκοσιόπουλο, τον αγνόν αυτόν φίλο και συμπαραστάτη των νέων λογοτεχνών. Αυτός τον εισάγει στους λογοτεχνικούς κύκλους της Θεσσαλονίκης.

Γνωρίζεται επίσης με τους λογοτέχνες Γιώργο Ζωγραφάκη, Γιώργο Ψαλτόπουλο, Κώστα Σάλτα, τις ποιήτριες Ιφιγένεια Διδασκάλου, Χρυσάνθη Ζητσαία, την Νέλλη Ζαγκαρέτου και άλλους πολλούς πνευματικούς ανθρώπους, καθώς και τον μακαρίτη ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη.

Ιδιαίτερα εκτιμάται από τον καθηγητή ιατροφιλόσοφο και καρκινολόγο Αλέξανδρο Συμεωνίδη, τον χειρουργό Μαρίνο Σιγαλά, τον καθηγητή της μικροβιολογίας Χατζή βασιλείου που λάτρευε την ποίηση και τον πίεζε φορτικά να εγκαταλείψει την ιατρική για χάρη των Γραμμάτων.

Συνεργάζεται (ο Λευτέρης Κιντζονίδης) με εφημερίδες και περιοδικά. Δίνει διαλέξεις και ραδιοφωνικές συνεντεύξεις. Εκδίδει ποιητικές συλλογές του σε βιβλία. Από το 1968 έχει παντρεθεί, έπειτα από ένα ρομαντικό ειδύλλιο, την Μάγδα Παπαδοπούλου από την Έδεσσα (χωριό Άγρας), πτυχιούχο σχεδιάστρια της Σχολής Αγλαΐας Σχοινά.

Μια γυναίκα που στάθηκε πάντα κοντά του με αγάπη και αφοσίωση αληθινή. Μαζί της απέκτησε δύο αγόρια, τον Παντελή που γεννήθηκε το 1969 και τον Σπύρο που γεννήθηκε το 1972.

Ο ποιητής Λευτέρης Κιντζονίδης πέθανε στις 6 Νοεμβρίου 2002, στη θεσσαλονίκη.