Καπεταν Ευκλείδης, ο θρυλικός αντάρτης του Ανατολικού Πόντου.

Γεννήθηκε στην Σάντα του Πόντου το 1885. Ήταν ένας από τους πιο φημισμένους οπλαρχηγούς της περιοχής .

Εμφανίστηκε ως οπλαρχηγός κατά τη Ρωσική κατοχή του Πόντου (1916-18).

Με την αποχώρηση των Ρώσων πάρθηκε η απόφαση για ένοπλη αντίσταση, σε μιά εποχή που ο αγώνας στα βουνά της Σάντας ήταν δύσκολος.

Ανάδειξε μια καινούρια γενιά παλικαριών που έγιναν θρύλος.

Οι αρχηγοί των Τούρκων τσετέδων και προπάντων ο φοβερός Σουλεϊμάν Κάλφας της κοντινής Γιομουράς, το είχαν βάλει πείσμα ν' αφανίσουν τήν Σάντα, άλλα σκόνταφταν επάνω στην ορμή των ανταρτών της. 

Ο Ευκλείδης μαζί με άλλους τριάντα Σανταίους, ιδιαίτερα με Γαλιανίτες, ήρθαν σε επαφή με το σωματείο "Ένωσις" της Τραπεζούντας κι οπλίστηκαν.

Περίμεναν και βοήθεια από το ελληνικό σώμα, που λεγόταν ότι ετοιμαζόταν στον Καύκασο. 

Από την Τραπεζούντα πήγε στη Σάντα ο απεσταλμένος του σωματείου "Ένωσις", Θεοδόσης Χειμωνίδης, μάζεψε τους προεστούς σε γενική συνέλευση και συγκρότησαν κεντρική επιτροπή άμυνας.

Πρόεδρος της ορίστηκε ο Χειμωνίδης, Γενικός οπλαρχηγός του αγώνα ορίστηκε ο Γιάννης Σπαθάρος με βοηθούς τους Αβραάμ Καλαϊτζίδη, Χρήστο Σεβαστίδη και Ευκλείδη

Ο Ευκλείδης ήταν οπλαρχηγός των Ισχανταίων, με βοηθούς το Γεώργιο Γωνιάδη και τον Περικλή Κουφατσή.

Οι Ισχανταίοι του Ευκλείδη έσκαψαν χαρακώματα, που τα φύλαγαν μέρα νύχτα, αλλάζοντας φρουρές.

Ήταν πάνω από διακόσιοι άντρες, καλά οπλισμένοι με μάνλιχερ, μάουζερ, γεράδες και με ότι άλλο είχαν, καθώς και με χειροβομβίδες, που τις βρήκαν άδειες και τις γέμισαν με δυναμίτη, προσθέτοντας και καψούλια. 

Αρχές του 1918, αέρας πολεμικός φυσούσε στα χωριά της Σάντας κι όλοι οι Σανταίοι βρίσκονταν στα όπλα.

Επιταγμένα άπ' την Επιτροπή της άμυνας όλα τα ζώα, νοικιασμένα κι’ άλλα απ’ τήν Γαλίαινα, έτοιμα ολούθε τά παλληκάρια, μέ τους σκοπούς στα χαρακώματα, πού είχαν διαταγή να ρίξουν τρεις τουφεκιές για σύνθημα στην περίπτωση πού θα φαινόταν ο εχθρός.

Η πιο δραματική στιγμή του αντάρτικου της Σάντας, ήταν η μάχη στη σπηλιά της Μαγάρας. Όπως αναφέρει σε αφήγση του στην "Ποντιακή Εστία" (τεύχος 88), ο Κρωμναίος Ζαχαρίας Μουσικίδης, οι αντάρτες στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1921, μαζεύτηκαν στη Μάγαρα (Μεγάλη Σπηλιά) μαζί με 300 γυναικόπαιδα από τη Σάντα.

Οι αντάρτες Σανταίοι ήταν εκατο.

Εκεί ταμπουρώθηκαν.

Οι Τούρκοι του Σουλεϊμάν Κάλφα τους επιτέθηκαν και ζήτησαν να παραδοθούν.

Ο Δημήτριος Τσιρίπ, υπαρχηγός του Ευκλείδη, βγήκε και φώναξε πως δεν παραδίδονται.

Μιά σφαίρα τον χτύπησε στο κεφάλι και τον σκότωσε. 

Ο Ζαχαρίας Μουσικίδης στην αφήγησή του, συνεχίζει:

"Ο Ευκλείδης τότε, μόλις είδε πως σκοτώθηκε ο συναρχηγός του, μεταχειρίστηκε το παρακάτω τέχνασμα:

Δέκα παλικάρια είχαν πιστόλια των 10 φυσιγγίων. Τα πιστόλια αυτά ήσαν αυτόματα, και όταν πυροβολούσε κανείς με αυτά έδινε την εντύπωση πολυβόλου.

Διέταξε λοιπόν ο Ευκλείδης στα παλικάρια του να ρίξουν με τα πιστόλια ο ένας κατόπιν του άλλου, για να προκαλέσει στους Τούρκους την εντύπωση που ήθελε.

Μόλις βρόντησαν τα πιστόλια, οι Τούρκοι τα πήραν για πολυβόλα και τα'χασαν.

Επάνω στη σαστιμάρα τους ακούστηκε και ο τρομερός βρόντος δύο χειροβομβίδων αντάρτικης κατασκευής, και όλα αυτά κλόνισαν το ηθικό των Τούρκων". 

Έτσι τέλειωσε η μάχη της Μάγαρας όπου χάθηκε ο ένας απ' τους δυο γενναίους αρχηγούς των ανταρτών της Σάντας.

Αλλοι αντάρτες ακολούθησαν άλλες γυναίκες και παιδιά για προστασία και τις σιγούρεφαν μέσα στα πυκνά δάση της Παναγίας Σουμελά, απ' όπου πάλι ξέφυγαν αργότερα.

Ο στρατός, ευθύς μετά την εκτόπιση του πληθυσμού, έβαλε φωτιά στα περισσότερα σπίτια, έκαψε και τις εκκλησιές τίναξε με δυναμίτες τα κωδωνοστάσια, κατάστρεφε ακόμα και τις βρύσες.

Ύστερα έφυγε ο στρατός και μείναν μόνοι οι τσέτες που πέσαν στη λεηλασία, βασάνισαν και σκότωσαν όσους γέρους και γριές βρήκαν κρυμμένους κι έφυγαν κι αυτοί.

Μετά την καταστροφή της Σαντάς είχε ελαττωθεί η πίστη των ανταρτών στον αγώνα τους , που δεν είχε πλέον νόημα και αυτό οδήγησε στη χαλάρωση της συνοχής τους , εκτός του ότι είχαν και προσωπικές διαφορές ανάμεσά τους. Για το λόγο αυτό αλλά και για να δώσουν μικρότερο στόχο χώρισαν σε ομάδες.

Οι Σανταίοι αντάρτες είναι οι τελευταίοι Έλληνες που αποχώρησαν από την πατρίδα το 1924, όταν όλοι οι άλλοι πόντιοι είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα σχεδόν δύο χρόνια πριν.

Ο Ευκλείδης Κουρτίδης ήρθε στην Ελλάδα το 1924 και εγκαταστάθηκε στη Νέα Σάντα στο Νομό Κιλκίς. Αρνούμενος να εξαργυρώσει τους αγώνες και τη φήμη του, ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία.

Απεβίωσε στις 10 Φεβρουαρίου του 1937, όταν έπεσε από το κάρο του και τον ποδοπάτησαν τα άλογά του. Η αγάπη του για την πατρίδα, το ήθος του και η απαράμιλλη παλικαριά του, έγινε τραγούδι:

"Σαπάν Μούσα, Σειτ αγάς,
Κάλφας ο Γιομουρέτες
Ετρόμαζαν που άκουγαν
Ευκλείδης ο Σαντέτες!!