Η Σάντα ήταν ελληνική κωμόπολη του Πόντου, της επαρχίας Γκιουμουσχανέ, αποτελούμενη από 7 οικισμούς.

Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες που αριθμούσαν τις 5.000.

Βρίσκεται νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας και σχετικά σε θέση απόκεντρη, μακριά από τουρκικούς οικισμούς.

Από τον 16ο αιώνα είχε καταστεί άσυλο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής που έψαχναν καταφύγιο από τις κατά καιρούς τουρκικές πιέσεις και παραβάσεις κατά των ελληνικών και αρμενικών χριστιανικών πληθυσμών.

Τα σπίτια, τα σχολεία και οι εκκλησίες είναι φτιαγμένα με πελεκημένες πέτρες, έργα τέχνης των περίφημων χτιστάδων της Σάντας, που ταξίδευαν σε ολόκληρο τον Πόντο χτίζοντας περίφημα αρχοντικά, εκκλησίες, γέφυρες κ.ά.

Οι Σανταίοι δημιουργούν αξιόλογες κοινότητες στο Βατούμ, το Σοχούμ και την Τραπεζούντα, ενώ χτίζονται οικισμοί Σανταίων στη Γέμουρα, τα Σούρμενα, το Λερί, την Παϊπούρτη, το Καρς, την Τσάλκα κ.α.

Οι ξενιτεμένοι Σανταίοι, εκτός από πλούτο, φέρνουν στη μητρόπολή τους τις νέες ιδέες που αρχίζουν να εμφανίζονται στη Ρωσία και τον Καύκασο.

Η αυτονομία της Σάντας, μετά την κατάληψη του τούρκικου στρατού 1915 και του ρώσικου στρατού 1916, κράτησε μέχρι το 1921. Τότε οι τουρκικές Αρχές, μη μπορώντας να κάμψουν την αντίσταση των Σανταίων ανταρτών, αποφάσισαν να εκτοπίσουν όλον τον πληθυσμό της. Η εκτόπιση άρχισε στις 9 Σεπτεμβρίου 1921.

Οι Σανταίοι εκτοπίστηκαν στο Χίνις του Ερζερούμ, όπου οι περισσότεροι αποδεκατίστηκαν από το κρύο και τις επιδημίες το χειμώνα του 1921-22.

Οι αντάρτες της Σάντας παρέμειναν αδούλωτοι στα βουνά και ήταν οι τελευταίοι Έλληνες που έφυγαν από τον Πόντο.
Τον Φεβρουάριο του 1924 αναχώρησαν από το λιμάνι της Τραπεζούντας για την Ελλάδα.